Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

Μετάβαση...


Μία εικόνα πλήρως ενδεικτική για την εποχή που αλλάζει εδώ στα βουνά μας. Δεν γνωρίζουμε πως το σκέφτηκε ο άγνωστος συμπατριώτης που εναπόθεσε τόσο συμμετρικά στην κούπα της βρυσούλας τα σταφύλια και το πρώιμο κάστανο, αλλά τουλάχιστον στα δικά μας μάτια δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη "ζωντανή σύλληψη" όσον αφορά τη μετάβαση από το παρατεταμένο φετινό καλοκαίρι προς το επερχόμενο φθινόπωρο. Τα δε ξερόφυλλα που χαριεντίζονται με το νερό ακόμη πιο... μαρτυριάρικα!

Καλό χινόπωρο (εν όψει)!  


Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Τελευταίοι στοχασμοί του ήλιου



Ακόμα λίγο — τελευταίοι στοχασμοί του
ήλιου . . . Μη φεύγετε, χρώματα, χρώματα!

    Η στέγες σας χάνουν, απ' τον κάμπο
    φτερουγίσατε — η γαλανή βραδυνή σκιά σας
    ακολουθεί... Σταθήτε λίγο ψηλά. Ας ιδούμε λίγο
    ακόμα την ψυχή μας ιστορημένη απάνω στα
    χιόνια των βουνών από σας — χρώματα!

    Είστε σεις η ιστορία των κρυφών μας και
    των ανείπωτων καϋμών. Σε σας διαβάζομε το
    εσωτερικό μας παραμύθι — εσείς μας δίνετε
    τη γιγάντια ζωγραφιά της ψυχής μας — στο
    άπειρο, τελευταία χρώματα του ήλιου!...

    Τελευταία σύννεφα που ανάψατε! Τίνος
    είστε οι λογισμοί — τίνος η χαρά κι' η λύπη ;
    Ποιος ονειρεύεται σ' εκείνο το βουνό; Ποιος
    λυπάται σ' εκείνη την πεδιάδα ;

    Ορατόρια που σβύσατε απάνω στην άρπα
    των ορθών κυπαρισσιών — και τώρα μόλις
    θυμούνται την τελευταία συγχορδία σας οι
    μακρυνές ράχες... Λαμπάδες αναμμένες απ' την
    αγωνία του απείρου στο Υπερούσιο — χρώματα
    που είστε σαν ν' αγγίξαμε το χέρι αυτών
    που λείπουν —

         ω! δεν πρόφτασα να σας κυττάξω —
              κι' είστε πια ενθύμηση.

["Δύση" - του μεγάλου Ευρυτάνα λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877-1940)]


Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

"Μαζί θα τ΄ς αφαλοκόψουμε αν..."!!!


Βρέθηκα ένα φθινοπωρινό βραδάκι σ' ένα ωραίο χωριό της Ευρυτανίας και βάδιζα στα πεντακάθαρα λιθόστρωτα σοκάκια του. Παντού κόσμος στις αυλές, λουλούδια, ευωδιές και ομορφιές! 

Περνώντας από την πλατεία ακούω ξαφνικά μια φωνή που φώναζε επίμονα:

- «Περίπτερου, περίπτερου...»

Γυρνάω να δω από περιέργεια και αντικρίζω έναν άνθρωπο που περίμενε ανυπόμονος έξω από ένα παλιό κίτρινο περίπτερο, αλλά ο περιπτεράς... άφαντος!

Ξανά, κάπως εκνευρισμένος, αυτός:

- «Περίπτερου, περίπτερου...»

Ούτε φωνή ούτε ακρόαση!

Στάθηκα να δω τι θα γίνει...

- «Περίπτερου, περίπτερου... περίπτερουουου»!!!

Μετά από λίγο ακούω κάπως πιο απόμακρα μια άλλη φωνή να λέει:

- «Αϊ ορέ, τι σκούζεις έτσ' σα νυχτοπούλι.... περίπτερου και περίπτερου....περίμινε ντε!» 

Γυρνάω και βλέπω τον περιπτερά να ΄ρχεται αργά και βαριεστημένος από... το απέναντι ταβερνείο!!!

Ο άλλος φανερά εκνευρισμένος λέει:

- «Ισένα θα πιριμένουμι ούλη τ' νύχτα;;; Που είσι ρε τόσηνη ώρα;;;»

- «Γιατί, τι φκιάν΄ς, σκάβεις ούλη νύχτα κι βιάζισαι;;;»

- «Aφκα του σπίτ' και τ'ν τηλεόρασ' ανοιχτή...»

- «Αϊ καλά, σπουδαία δ΄λειά άφκες!» 

- «Ναι κι θα περιμένου ισένα πότε θα σ' κόψ' να σκουθείς απ' τ'ν ταβέρνα;;;»

- «Δεν ξέρ΄ς ορέ να πας παρακάτ' να φωνάξ'ς τουν αδερφό μ' απ' τ' άλλου του καφενείου;;; Μ' χάλασες τ'ν παρέα μ', άφ'κα στ' μέση την κβέντα μ' και τα καλαμπούρια μ΄ !»

- «Ισύ πιδάκι μ' δεν έχ'ς ντίπ άγχους. Πέρα βρέχει'...»

-  «Ισύ γιατί έχ΄ς άγχους και χορουπδάς σαν αρκούδ';;;»

- «Αμ' να μην έχου;;; Δεν άκ'σες στην τηλεόρασ' τι θα γένει;;; Τα κουράκια, του κράτους κι οι τράπιζες, θα πληστηριάσνε τα σπίτια μας, θα μας τα πάρνε ούλα άμα δεν πλερώσουμι ότ' μας λένε!»

- «Αϊ ορέ, μη χουλουσκάς...»

- «Μη χουλουσκάω, τι λες τώρα, ααα;;;»

 - «Καλά σ΄ λέω. Άμα 'ρθούνε κατά δω να πάρνε σπίτ' να περάσνε πρώτα απ' τ'ν εκκλησία να κοινωνήσνε να πάνε έτοιμ' στουν παράδεισου!» 

- «Αααα;;;» 

- «Τι αααα και αααα ορέ;;; Δεν νtρέπεσαι ντιπ, είσι κι Ευρυτάνας;;; Τι τσ' έχουμι τσ' γκράδες κι τα καριουφίλια τα Κατσαντωνέικα;;; Δεν έμαθις τίπουτα ορέ απ' τσ' παππούληδες μας;;;»

- «.....»

- «Αϊ έλα ησύχασι τώρα, να σ΄δώκου και τα τσγάρα σ' κι άσι τα άγχη. Μην κάθεσι μουνάχους κι μοιρουλουγάς. Σβήσι του χαζουκούτ΄ κι έλα δώθε να κεράσου κάνα τσίπρου και να κουβεντιάσουμι αντάμα για το τι θα κάμωμε. Άμα πλαντάξ΄ς μοναχός σ' τι θα βγει ορέ χαμένε;;; Μαζί ούλοι θα τ'ς αφαλοκόψουμε αν τουλμήσνε. Ακούς αααα;;; Ούλοι μαζί!!! »



Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Φέγγε μου να περπατώ!


Ο δάσκαλος του ΕΑΜ Νίκος Μόυτσος διδάσκει σε σχολείο του βουνού (1944) - η φωτο από τον "Κόκκινο Φάκελλο"!

"Για να περπατήσεις στο σωστό δρόμο, χρειάζεσαι φως. Και το φως είναι γράμματα. Ο κόσμος πρέπει να μάθει να διαβάζει, γιατί αλλιώς ακούει μόνο ότι του λένε οι άλλοι... Η φυλακή πρέπει να γίνει σχολείο."

(Τάδε έφη Μιχάλης Παπαμαύρος, ο αείμνηστος επιστήμονας παιδαγωγός και συν-διευθυντής του Παιδαγωγικού Φροντιστηρίου του ΕΑΜ στο Καρπενήσι τα χρόνια της Αντίστασης!).


ΥΓ: Για την απαρχή της νέας σχολικής χρονιάς. Χαρισμένο με αγάπη και σεβασμό στα παιδάκια του τόπου μας και στους δασκάλους τους, και ιδιαίτερα αυτών των δυσπρόσιτων ορεινών χωριών μας, που κάτω από πραγματικά δύσκολες συνθήκες θα δώσουν για μία ακόμη φορά τη μάχη της γνώσης κόντρα στις αδιανόητες ελλείψεις και την πανταχού απούσα αδιάφορη "Πολιτεία" ... 



Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Φωτοστέφανο!


Απ' το μπαλκόνι τ' ουρανού
σαν φωτοστέφανο  
προαιώνιας ελπίδας
σπέρνει διάφανη φωτιά 
σβήνοντας  
της νυχτιάς τα βάσανα.


Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

Το άρρωστο άλογο!



"Στην αγορά του Σαββάτου τ' άλογα που ήταν για πούλημα μιλούσαν κάτου απ τη λεύκα για τη ζωή τους. Κι ένα κόκκινο άλογο, κουρασμένο, με το κεφάλι χαμηλά, τους διηγιόταν τα θαυμάσια των ταξιδιών του.

Κάμπους απέραντους στο λιοπύρι εδιάβηκε, δασωμένες ρεματιές με κελαηδιστό νερό το ξεκούρασαν. Σε παρθένα χιόνια βυθίστηκαν τα πέταλά του -από θύελλες μαστιγώθηκε, σε λαμπρές φωτιές εστέγνωσε- στη ζέστη παχνιών αρχοντικών κοιμήθηκεν ύπνο βαθύ. Για τον καβαλάρη του μιλούσεν ώρα πολλή και για τις πολιτείες που τον χαιρετούσαν από μακριά με τους θόλους των και τα καμπαναριά των...

-Παράξενο! του είπαν. Έτσι άρρωστο και κοκαλιάρικο δοκίμασες τέτοιες δόξες;

-Είν' αλήθεια, είπε τ' άλογο, πως σ' όλη μου τη ζωή με δεμένα τα μάτια γύριζα μαγκανοπήγαδο. Μα ο Θεός ήξερε να τιμωρήσει τον άνθρωπο που με σκλάβωσε -χαρίζοντάς μου τη φαντασία."

[Του μεγάλου Ευρυτάνα λογοτέχνη Ζαχαρία Παπαντωνίου (1877-1940)]


Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Η βίδρα των ποταμών μας!


Στα πλαίσια της γνωριμίας με την πανίδα του τόπου μας, επιλέξαμε και πάλι από την προσωπική μας βιβλιοθήκη το πολυαγαπημένο βιβλίο του σπουδαίου Ευρυτάνα λογοτέχνη Στέφανου Γρανίτσα (1880-1915) υπό τον τίτλο: «Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου» (Βιβλιοπωλείον της Εστίας) - για να σας παρουσιάσουμε, αυτή τη φορά, τη Βίδρα των ποταμών μας!

Απολαύστε τη:

=========================

Η ΒΙΔΡΑ

"Φαίνεται ότι ο Νώε δεν έκαμε το μόνον σφάλμα να πάρη εις την κιβωτόν τον κόρακα. Η παράδοσις -η οποία εδώ, προκειμένου περί Νώε, επαναλαμβάνω ότι είναι νωπή ως τελευταία ώρα εφημερίδων- μάς πληροφορεί ότι έκαμε και άλλα λάθη. Επήρε μαζί του και την Βίδραν, η οποία «του έκαμε γηράματα». Και ιδού πώς: Αφού υψώθη ολίγον η κιβωτός, η Βίδρα επετέθη κατά των εν αυτή ποντικών. Ο Νώε την επέπληξεν, αλλ’ αυτή επανέλαβε την επίθεσίν της. Τότε ο Νώε εθύμωσε και την επέταξεν έξω. Αλλά, ενώ ενόμιζεν ότι επνίγη, την βλέπει μετ’ ολίγον να τρώγη τα ψάρια.

Ήρχισε να φοβήται τότε μήπως εξολοθρεύση εντε­λώς την γενεάν των ψαριών και ηναγκάσθη να την πάρη πάλιν εις το πλοίον του. Αλλά πάλιν του ερρήμαζε τα ποντίκια, πάλιν την έρριψεν εις την θάλασ­σαν, την επανέφερε, την έρριψε διά τρίτην φοράν, και η φασαρία αυτή η οποία διήρκεσε καθ’ όλον τον πλουν, τόσον εκούρασε τον Νώε, ώστε, κατά τον εκ Κερασόβου άνευ τέλους μυθολόγον κ. Ι. Τσιώκον, εξ αίτιας της εμέθυσε τόσον δυνατά κατά την αποβίβασίν και έγιναν όσα έγιναν. Εάν πραγματικώς επήρε μαζί του την Βίδραν ο Νώε, δεν έχω κανένα δισταγμόν να πιστεύσω ότι τον εβασάνισε πολύ. 

Ο Αχελώος είναι σχεδόν κατοικία Βιδρών, και όμως σπάνιον πράγμα να κτυπήσωμεν μίαν τον χρόνον (το δέρμα της φθάνει εις 20 δραχμάς). Η στερεά και τα νερά τής είναι εξ ίσου οικεία. Άμα την στριμώξετε εις μίαν σπηλιάν, θα πηδήση εις το ποτάμι. Αν εκεί δεν αισθάνεται τον εαυτόν της εν ασφαλεία, θα τρυπώση εις όποιαν σπηλιάν εύρη καλυτέραν. Εις μεν την ξηράν τρώει ποντίκια, φίδια, καβούρια, εις δε τα νερά ευφραίνεται λογής λογής ψά­ρια, ιδίως τα τετράπαχα και κουτά μπριάνια, διότι η πονηρά πέστροφα κατορθώνει και της διαφεύγει.

Απίστευτα πράγματα λέγονται διά την ευφυίαν της Βίδρας. Λέγεται ότι, διά να κυνηγήση τα ψάρια αποτελεσματικώς, παίρνει και σύντροφον, όπως οι αετοί. Η μία Βίδρα πιάνει τα στενά κανάλια των ποταμών και τοποθετεί το στόμα της ως καλαμωτήν, ενώ η άλλη τα κυνηγά από πίσω και τα «σουδιάζει» προς την στενήν διάβασιν.

Η πονηρία της όμως είναι πολλάκις επικίνδυνος δι’ αυτήν όσον και της αλεπούς, της οποίας είναι πρωτεξαδέλφη. Οι κυνηγοί, γνωρίζοντες ότι τρέφει ιδιαιτέραν αδυναμίαν προς τα ψάρια, παίρνουν ψαροκόκκαλα και τα πετούν στα σπήλαια διά να νομίση ότι και άλλη Βίδρα έφαγε εκεί ψάρια, άρα ότι είναι κα­λός σταθμός διά ψάρεμα. Αλλά αντί ψαριών δέχεται εκεί σκάγια, πολλάκις δε υπό τα ψαροκόκκαλα κρύ­πτεται δόκανον, διά του οποίου επιδιώκεται ως επί το πλείστον η σύλληψίς της.

Προτιμάται άλλως τε το δόκανον, όχι μόνον ως ευκολωτέρα μέθοδος, αλλά και χάριν της μεγαλυτέρας αξίας του δέρματος της, το οποίον εις ωρισμένον μέ­ρος έχει, κατά την παράδοσιν, μίαν πολύτιμον ουσίαν ονόματι «μόσχον», με την οποίαν, κατά τους χωρι­κούς, κατασκευάζεται ένα φάρμακον χρήσιμον διά τας πληγάς, για τας λιποθυμίας, ακόμη και διά την παράτασιν της ζωής των ετοιμοθάνατων. Πιστεύεται δε γενικώς, ότι άμα τουφεκισθή χάνει τον «μόσχον».

Τα κυνήγι της είναι αποτελεσματικώτερον άμα θο­λώνουν τα ποτάμια. Τότε η Βίδρα αποσύρεται προς τας πηγάς, διά να ψαρέψη εις τα καθαρά νερά.

Ολίγας ώρας κάτω από τα χωριό μου πηγάζει ο μισός Αχελώος από την περίφημον Μαρδάχαν, την πολυύμνητον από ξένους και ιδικούς μας.

Λέγεται ότι τα καταγάλαζα νερά της προέρχονται από την λίμνην των Ιωαννίνων και υπογείως εκείθεν φθάνουν εις τα κράσπεδα των Απεραντιακών βουνών, όπου και εκβάλλουν παρά τας όχθας του Αχελώου. Τα νερά αυτά, τα οποία, κατά τον Γαζή, θαρώ, είναι ο Αχέρων ποταμός, είναι χειμώνα καλοκαίρι τόσον γαλάζια, ώστε εις ευρύν κύκλον να γαλαζώνουν και τα νερά του Αχελώου άμα θολώνη.

Η Βίδρα λοιπόν αποσύρεται εις τοιούτου είδους λι­μάνια, αλλά φαίνεται ότι έκαμε τόσην κατάχρησιν των μερών αυτών, ώστε να γίνη γνωστόν εις τους κυ­νηγούς. Φαίνεται όμως ότι και αυτή αντελήφθη τούτο, διότι επί δύο-τρεις ημέρας που εμείναμεν κάποτε εις την Μορδάχαν, οι περίοικοι κυνηγοί και ψαράδες μας εβεβαίωσαν,ότι έχουν χρόνο να ιδούν Βίδραν εις τα γειτονικά νερά. Ηρκέσθημεν λοιπόν εις ολίγα ψάρια και αντί Βίδρας, είδαμεν ένα κασκέτο από δέρμα της επί της κεφαλής του μυθολόγου κ. Τσιώκου...

Εις την απορίαν περί του πως ένα τόσον εύμορφον δέρμα δεν έχει όσην αξίαν και ένα Κουνάβι, ο εκ Κερασσόβου συνάδελφός μου διηγήθη ότι το τιμολόγιον συνέταξεν ο ίδιος ο Νώε, ως φύλλον ποιότητος, λαβών υπ’ όψιν του τας εν τη κιβωτώ παρεκτροπάς των ζώων, αναλόγως των οποίων ώρισε και τας τιμάς. Η Αλεπού, είπεν, έφαγε μίαν κόταν του Νώε και τόσον τον εθύμωσε, ώστε την ετιμολόγησεν εκατό δραχμάς. Αλλά προσέπεσεν, έκλαψεν, ικέτευσε και ο Νώε την ελυπήθη. Το Κουνάβι όμως του έφαγε δύο μελίσσια και, επειδή έχει σκληράν ψυχή -έγραψα περί αυτού ότι άμα πιασθή εις το δόκανον τρώγει το πόδι του και φεύγει- δεν ηθέλησε να προσπέση εις τον Νώε και διά τούτο έμεινε με την μεγάλην τιμωρίαν να αξίζη το δέρμα του ακριβώτερον από όλα. Η Βίδρα; Η Βίδρα τον εθύμωσε περισσότερον από όλα, αλλ’ ηναγκάσθη ο Νώε να συνθηκολογήση. Άμα ήκουσε το τιμολόγιον επήδησεν από την κιβωτόν και του είπεν:

- Ή μου κατεβάζεις το τιμολόγιον, ή δεν σου αφήνω άλλη πέστροφα.

Λέγεται δε ότι ο Νώε, τρελλαινόμενος για τις πέ­στροφες, συγκατετέθη και εδέχθη τους όρους της Βίδρας, υποσχεθείσης ότι δεν θα καταδιώκη την πέστροφαν μέχρι εξολοθρεύσεως."